Πνευματικές αισθήσεις,θα τις ονόμαζε κανείς, αναπόδεικτες μέχρι τώρα.
Εδώ, κάποιες απ'τις φράσεις,μερικές απ'τις ακατανόητες μισές αράδες, κάποιες
μάλιστα λέξεις ξεχωριστά, με επηρέασαν κατα παρόμοιο τρόπο - θαρρείς το
άρωμα μιας ιδέας,που προξενούσε μέσα μου μια μεγάλη λαχτάρα να μάθω τι θα
μπορούσε το όνειρο, ή τα όνειρα, ακόμα και στα λίγα σπαράγματά τους, να εκφράζουν ή να
υποδηλώνουν.
Ακολούθησα το μονοπάτι βαθειά μέσα στο πευκοδάσος.Στο διάβα μου πλησίαζα
μεγαλύτερα κι όλο και μεγαλύτερα δέντρα-πιο γέρικα,πιο ξεμοναχιασμένα,μερικά
απ'αυτά αλλόκοτα,λόγω ηλικίας.
Ξάφνου,να,το μονοπάτι έγινε έρημη,κρύα και χλωμή κοιλάδα,κάτω απο το
λιγοστό φως του φεγγαριού.Όνομα δεν έχουν;Αναρωτήθηκα,δικαίως,βλέποντας
τις αχνές μορφές τους.Απέθαντοι,ψιθύρισε το φεγγάρι.Ήξερε μήπως ο καθένας τους
πως τον έβλεπαν οι άλλοι;-Ένα θάνατο με ζωντανά μάτια. Ή μήπως κάθε εκτόπλασμα ονειρευόταν απλώς τον εαυτό του και τους υπόλοιπους; Είχαν άραγε χρησιμοποιήσει
τα πρόσωπα τους,τα λευκά σαν τα πρώτα χιόνια του Γενάρη μάτια τους,όχι για να
εκφράσουν σκέψεις και αισθήματα,όχι για να μοιραστούν μια εμπειρία με τους πλαϊνούς
τους,αλλά για να παρουσιάσουν αυτό που ήθελαν και να αποκρύψουν αυτό που ήταν;
Και,αφού έκαναν τα πρόσωπά τους μάσκες,στερήθηκαν τις μάσκες αυτές και καταδικάστηκαν να περιφέρονται δίχως πρόσωπα μεχρι να μετανοήσουν;
Πόσον καιρό άραγε επιδεικνύουν την απροσωπία τους με μάτια κενά;Πόσον καιρό
άραγε θα κρατήσει η φριχτή τιμωρία; Να αρχίσαν άραγε στο τέλος να αγαπούν και να
γίνονται σοφοι; Να έχουν ενδώσει μέχρι τώρα στην ντροπή που τους βρήκε;
Το σώμα μου δεν τους ήταν εμπόδιο.Μήπως ήμουν ένα σώμα ενώ εκείνοι δεν ήταν
παρά μονάχα σκιές; 'Η μήπως ήμουν παρά μονάχα σκιά και εκείνοι τα σώματα;
Δεν άκουσα ούτε λέξη,δεν είδα ούτε μια σύσπαση απο κανένα γυμνό στόμα.
Να είχαν άραγε στερηθεί το λόγο εξαιτίας των ψεμμάτων;
Οι σκέψεις μου όμως,όντας άσαρκες,σαν τον στρατό τους,τους τράβηξαν την προσοχή.
Ύστερα την είδα.Στα λευκά ντυμένη,τα μαλλιά της έρεβος,σκότος,σαν τα μάτια της.
Η γυναίκα είδε την αλλαγή στα νεκρά βλέμματα.Αντιλήφθηκε την φλύαρη σιωπή τους.
Μα το φεγγάρι,χαμηλό,έφεγγε ακόμα στον ορίζοντα,με μια άρρωστη απόπειρα να λάμψει
και μια λευκή ανταύγεια αναδυόταν,ώστε είδα αρκετά καθαρά αυτο που επακολούθησε.
Πήγα κοντά της,μαγεμένη σαν παιδί,απο την ομορφιά της.Όμως,όσο λάθος και να
έκανα,η δύνη της ενέργειας της,με τραβούσε,κοντά,πιο κοντά,ώσπου δεν υπήρχε πια
γυρισμός.Ποτέ ξανά.'Ηταν γεμάτη υποσχέσεις για ζωή.Όμως,ήμουν τυφλή,σαν τους
ακόλουθους του φεγγαριού.Ζωή δική τους μου υποσχέθηκε.Τι κέρδισα.Σημάδια και
αναμνήσεις,που μου φτάνουνε για πάντα.Πλέον είμαι μέσα στον καθρεύτη.Και όσο και
αν προσπαθώ να σπάσω τις αλυσίδες μου,είναι πλέον αργά.Το τίμημα για την λαχτάρα
μου.Αιώνια δική της.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου